Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη

του Παναγιώτη Καλομοιράκη


             Βρεφική ηλικία
    Κατά τη βρεφική ηλικία ο άνθρωπος είναι απόλυτα εξαρτημένος από το οικογενειακό περιβάλλον για την ικανοποίηση των αναγκών του. Σύμφωνα με τη βιοκοινωνική θεωρία του Erikson, αν επιτευχθεί ικανοποιητικά αυτός ο στόχος, τότε το άτομο αναπτύσσει το συναίσθημα της βασικής εμπιστοσύνης.
Αντίθετα, αναπτύσσει το αίσθημα της καχυποψίας και  της ανασφάλειας (Παρασκευόπουλος, 1985).
Στη βρεφική ηλικία δημιουργείται ο δεσμός της προσκόλλησης, που είναι «ο μακροχρόνιος συναισθηματικός δεσμός με ένα συγκεκριμένο άτομο» (Schaffer, 1996, σ. 32), συνήθως με τη μητέρα. Ο δεσμός αυτός επηρεάζει τη μετέπειτα ψυχολογική εξέλιξη του βρέφους ανάλογα με τον τύπο της προσκόλλησης που ανέπτυξε.  Η ασφαλής προσκόλληση σχετίζεται με την κοινωνικότητα του παιδιού, τη θετική συμπεριφορά του,  τη συναισθηματική του ωρίμανση κ.ά. (Λεοντάρη, 2000). Η Ainsworth (1995) σε έρευνα της παρατήρησε πως ο τύπος της προσκόλλησης είναι ανάλογος με την ευαισθησία και την ανταπόκριση που δείχνει η μητέρα στις αντιδράσεις του βρέφους. Επομένως, το οικογενειακό περιβάλλον, και ιδίως η σχέση μητέρας- βρέφους (Βοσνιάδου, 1995), εμφανίζεται ως ο πρώτος καθοριστικός παράγοντας για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού.

Η προσχολική ηλικία είναι η ηλικία που το παιδί αρχίζει να εξερευνεί τον κόσμο με τις καινούριες δεξιότητες που έχει αποκτήσει. Σύμφωνα με τον Erikson, αν το περιβάλλον περιορίζει τις αντιδράσεις του παιδιού ή αν τις ενθαρρύνει και αναγνωρίζει τις ανάγκες του, έχουν να κάνουν με την αυτονομία και την πρωτοβουλία του παιδιού ή αντιθέτως με την αμφιβολία και την ενοχή του (Sigelman & Rider, 2009). Για τον Freud, στην ηλικιακή αυτή περίοδο , διαδραματίζεται το οιδιπόδειο σύμπλεγμα για τα αγόρια ή το σύνδρομο της Ηλέκτρας για τα κορίτσια, του οποίου η φυσιολογική έκβασή του αποτελεί κλειδί για την υγιή ψυχολογική εξέλιξη του παιδιού (Ποταμιάνος & συν., 1999).Ο Παρασκευόπουλος (1985,2) συνοψίζει τους ψυχολογικούς παράγοντες της δυναμικής της οικογένειας. Αυτοί κυρίως είναι, η στάση των γονέων προς το παιδί και τον κοινωνικό περίγυρο, και η μεταξύ τους διαπροσωπική σχέση. Όσο το οικογενειακό πρότυπο πλησιάζει στα δεδομένα του Erikson, τόσο στο παιδί εδραιώνεται η εμπιστοσύνη για τους άλλους και η αυτοεκτίμησή του (Kail & Cavanaugh, 2010). Παράλληλα όμως, η ψυχολογική ατμόσφαιρα της οικογένειας έχει αντίκτυπο και στην κοινωνικοποίηση του παιδιού. Σύμφωνα με τους Cole & Cole (2001), έρευνες έχουν δείξει πως γονείς που δίνουν έμφαση στο διάλογο και στη συζήτηση με τα παιδιά τους μεγαλώνουν πιο αυτάρκη και κοινωνικοποιημένα παιδιά.  Στους κοινωνιολογικούς παράγοντες της δυναμικής της οικογένειας ο Παρασκευόπουλος (1985) αναφέρει το μέγεθος της οικογένειας και τη σειρά γέννησης του παιδιού. Και αυτοί με τη σειρά τους επηρεάζουν την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού. Ίσως έχουν δευτερεύοντα ρόλο αλλά συχνά αντιπροσωπευτικό. Π.χ. τα πρωτότοκα τείνουν να είναι πιο κοντά στους ενήλικες, πιο πειθαρχημένα και συντηρητικά. Επίσης, η σύνθεση της οικογένειας αντανακλάται και στο κοινωνικό περιβάλλον. Οι σχέσεις με τα αδέρφια συμβάλλουν στην κοινωνικοποίηση του παιδιού. Οι μονογονικές οικογένειες τείνουν να έχουν παιδιά με μικρότερο αυτοέλεγχο και πιο επιθετικά ενώ το διαζύγιο επιφέρει σημαντικές ψυχικές αναδιοργανώσεις στο παιδί (Cole & Cole, 2001). Άλλος ένας κοινωνικός παράγοντας είναι ο οικονομικός. Είναι αξιοσημείωτος καθώς αυξάνει το άγχος στο οικογενειακό περιβάλλον και συνδέεται με πιο αυταρχικές πρακτικές των γονιών (ό.π.). Η προσωπικότητα, η μόρφωση  των γονέων  και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις, φαίνεται να είναι οι καθοριστικότεροι παράγοντες σε αυτή την ηλικιακή περίοδο.

  Κατά τη σχολική περίοδο το παιδί γίνεται πιο εξωστρεφές. Το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται από το οικογενειακό περιβάλλον στο σχολείο και στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Είναι η λανθάνουσα περίοδος, σύμφωνα με τον Freud, και η περίοδος της συγκεκριμένης σκέψης για τον Piaget (Shaffer & Kipp, 2007). Επομένως, η συμπεριφορά και ο λόγος του παιδιού αρχίζουν να κοινωνικοποιούνται. Το σχολείο είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει από πολλές πλευρές την ανάπτυξη του παιδιού. Μέσα από το σχολείο το παιδί δοκιμάζει τις ικανότητές του, κάνει φίλους και παρέες,  μαθαίνει αλλά και παίζει. Το παιδί σε αυτή την ηλικία προσδιορίζει τον εαυτό του μέσα από το περιβάλλον του (Berk, 2007). Οι φιλίες που αναπτύσσει το παιδί με τους συνομήλικους του και ιδίως με τα άτομα του ίδιου φίλου, δείχνει να είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει και τη μελλοντική ταυτότητα του παιδιού. Ο Παρασκευόπουλος (1985,3) αναφέρει πως τα δημοφιλή παιδιά τείνουν να συνεχίζουν να έχουν αυτή την ιδιότητα και στα επόμενα χρόνια ενώ τα περιθωριακά παιδιά συχνά διατηρούν τη χαμηλή δημοτικότητά τους και μετέπειτα. Το παιχνίδι με τους φίλους είναι ένα μέσο κοινωνικής διάπλασης για το παιδί. Μέσα από αυτό μαθαίνει λειτουργικούς και ηθικούς κανόνες, γίνεται πιο υπεύθυνο και ανεξάρτητο αλλά επίσης διδάσκεται να κατανοεί αμφότερες συμπεριφορές (Cole & Cole, 2001).  

Ο δάσκαλος είναι ένας παράγοντας που μπορεί να βοηθήσει το παιδί τόσο στην κοινωνικοποίησή του με τα άλλα παιδιά, όσο και στην εικόνα που έχει για τον εαυτό του και τις ικανότητές του (Feldman, 2009). Οι οικογένεια συμβάλλει και αυτή με τη σειρά της στην πρόκληση του Erikson, παραγωγικότητα ή ανεπάρκεια, για τη συγκεκριμένη περίοδο. Οι γονείς που ενθαρρύνουν την παραγωγικότητα του παιδιού και ανταποκρίνονται θερμά στην κάθε επιτυχία του, αυξάνουν την θέληση του παιδιού για γνώση  (Shaffer & Kipp, 2007). Τέλος, σε αυτή την ηλικία το παιδί αποκτά μία νέα αίσθηση του εαυτού. Σημαντικός ψυχολογικός παράγοντας είναι η αυτοεκτίμηση του παιδιού. Η υψηλή αυτοεκτίμηση συνδυάζεται με την ευτυχισμένη μεταγενέστερη ζωή ενώ η χαμηλή με το άγχος, την κατάθλιψη και την μικρότερη κοινωνική προσαρμογή (Harter,1993 στο Cole & Cole,2001). Όλοι οι προηγούμενοι παράγοντες,  επιδρούν στη διαμόρφωση αυτής.



Η εφηβεία είναι μία περίοδος ραγδαίων σωματικών, νοητικών και ψυχολογικών αλλαγών. Έχοντας περάσει στο στάδιο της αφαιρετικής σκέψης κατά τον Piaget, ο έφηβος είναι ικανός να επεξεργαστεί σύνθετα προβλήματα αλλά και να αντιληφθεί τη μοναδικότητά του ως άτομο. Δημιουργείται έτσι η ανάγκη για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του, ώστε να καθορίσει το ρόλο του στη ζωή και να συνεχίσει τη μετέπειτα ζωή του ως ενήλικας (Berk, 2007). Στην εφηβεία, η εξάρτηση του εφήβου από  τους ενήλικες μειώνεται και αναζητεί απαντήσεις κυρίως από  τους συνομήλικούς του. Η συναναστροφή αυτή  βοηθάει τον έφηβο να αποσαφηνίσει την ταυτότητά του, συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους άλλους και κατανοώντας τη διαφορετικότητά του. Επίσης τον βοηθά να αναπτύξει διαπροσωπικές σχέσεις και να προετοιμαστεί για τις σχέσεις που θα αναπτύξει στην ενήλικη ζωή του (Lehalle & Mellier, 2010). Το φύλο φαίνεται να καθορίζει ως ένα βαθμό τον ψυχισμό του εφήβου. Τα κορίτσια σε αυτή την ηλικία παρουσιάζουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τα αγόρια, κυρίως λόγω των έντονων κοινωνικών αντιλήψεων. Εμφανίζονται περισσότερο ευάλωτα σε ψυχολογικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη και οι διατροφικές διαταραχές και συχνά η ψυχολογική τους κατάσταση μπορεί να τα οδηγήσει στην αυτοκτονία. Επίσης μια πρόωρη εγκυμοσύνη μπορεί να διακόψει τη φυσιολογική ανάπτυξη του κοριτσιού. Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο είναι άλλος ένας παράγοντας που επηρεάζει την αυτοεκτίμηση του εφήβου. Εκτός αυτού, επιδρά στις σχολικές επιδόσεις του εφήβου αλλά και στην εξέλιξη της μετέπειτα πορείας των σπουδών του (Feldman, 2009). Η οικογένεια συνεχίζει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την αυτονόμηση του εφήβου. Η σταθερότητα και οι αξίες της οικογένειας έχουν  σπουδαίο ρόλο για την συγκρότηση της ταυτότητας του εφήβου. Ο έφηβος θα στηριχθεί στο οικογενειακό πλαίσιο για να καθορίσει τα όριά του. Ένα ανασφαλές, ασταθές ασταθές και χωρίς εμφανές αρχές περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει τον έφηβο σε καταστροφική συμπεριφορά (Μανωλόπουλος, 1987).

            Η ενήλικη ζωή αντικατοπτρίζει την ανεξαρτησία του ατόμου από το αρχικό οικογενειακό περιβάλλον του. Στην πρώιμη ενήλικη ζωή, αυτό συχνά είναι δύσκολο. Οι οικογένειες που υποστηρίζουν τα αρχικά στάδια της ανεξαρτησίας του ατόμου συνδράμουν στην επίτευξη αυτής και στην αυτονόμησή του (Sigelman & Rider, 2009). Τα πλαίσια στα οποία συνήθως κινείται το άτομο κατά την πρώιμη ενήλικη περίοδο για να επιτύχει την αυτονόμησή του είναι το εργασιακό και το οικογενειακό. Η εργασία προσφέρει στο άτομο εκτός από τις οικονομικές απολαβές ένα είδος προσωπικής ταυτότητας, ένα κοινωνικό περίγυρο αλλά και ευχαρίστηση. Η γυναίκα σε αυτόν τον τομέα είναι πιο ευάλωτη, καθώς ακόμα και σήμερα συχνά αντιμετωπίζει τα στερεότυπα της κοινωνίας (Feldman, 2009). Οι ερωτικές σχέσεις του ατόμου φαίνεται να συνδέονται με τον τύπο προσκόλλησης που είχε αναπτύξει το άτομο κατά τη βρεφική του ηλικία. Μία ασφαλής βρεφική προσκόλληση, ευνοεί την ικανότητα του ατόμου για ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις (Λεοντάρη, 2000). Οι φιλικές σχέσεις εμφανίζονται επίσης πολύ σημαντικές στην πρώιμη ενηλικίωση, καθώς προσφέρουν και αυτές με τη σειρά τους ικανοποίηση στη ζωή του ατόμου (Kail & Cavanaugh, 2010). Επομένως, η απασχόληση και οι επαρκείς  διαπροσωπικές σχέσεις δείχνει  να έχουν τη μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτό το στάδιο. Κατά τη μέση ενήλικη ζωή ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την κρίση της μέσης ηλικίας. Κάνει μία επισκόπηση της πορείας της ζωής του και προσδιορίζει την ύστερη πορεία του. Αν η προσωπικότητά του έχει δημιουργηθεί πάνω σε στέρεες βάσεις τότε είναι ικανός να αντεπεξέλθει στην κρίση. Είναι το στάδιο του πανανθρώπινου ενδιαφέροντος ή της αυτοαπορρόφησης για τον Erikson, όπου είτε θα εστιάσει το ενδιαφέρον του ο άνθρωπος στη κληρονομιά που θα αφήσει στην επόμενη γενιά είτε θα αυτοαπορροφηθεί και θα γίνει πιο εγωκεντρικός (Berk, 2007). Στην ύστερη ενήλικη ζωή ο πιο σημαντικός παράγοντας που εμφανίζεται για την ψυχολογική υποστήριξη του ατόμου είναι οι φιλικές και οικογενειακές σχέσεις που διατηρεί, καθώς παρέχουν υποστήριξη και συντροφιά. Ο θάνατος του συντρόφου είναι ένας παράγοντας που επιφέρει  σημαντικές αλλαγές στον ψυχολογικό και κοινωνικό τομέα του ατόμου  (Feldman, 2009).   



Βιβλιογραφία


Ainsworth, M. D. (1995). Μεταβλητές που επηρεάζουν την ανάπτυξη της προσκόλλησης. Στο Σ. Βοσνιάδου (Επιμ.), Κείμενα Εξελικτικής Ψυχολογίας :Κοινωνική Ανάπτυξη (Έ. Χουρτζαμάνογλου, Μεταφρ., Τόμ. Γ'). Αθήνα: Gutenberg.
Berk, L. E. (2007). Development through the lifespan (4th ed.). Boston: Pearson.
Cole, M., & Cole, S. R. (2001). Η ανάπτυξη των παιδιών (Τόμ. Β'). (Μ. ΣΟΛΜΑΝ, Μεταφρ.) Αθήνα: τυπωθήτω- ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ.
Feldman, R. S. (2009). Development Across the Life Span (5th ed.). London: Pearson Education Inc.
Kail, R. V., & Cavanaugh, J. C. (2010). Human Development: A Life-Span View (5th ed.). Belmont: Wadsworth.
Lehalle, H., & Mellier, D. (2010). Ψυχολογία της Ανάπτυξης, Παιδική ηλικία και εφηβεία: Μαθήματα και ασκήσεις. Αθήνα: Πεδίο.
Schaffer, R. (1996). Η κοινωνικοποίηση του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του (Τόμ. Εξελικτική Ψυχολογία 1). (Ν. Δ. Γιαννίτσας, Επιμ., & Ε. Γαλανάκη, Μεταφρ.) Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Shaffer, D. R., & Kipp, K. (2007). Developmental Psychology: Childhood & Adolescence (7th ed.). Belmont: Thomson Wadsworth.
Sigelman, C. K., & Rider, E. A. (2009). Life- Span, Human Development (6th ed.). Belmont: Wadsworth.
Βοσνιάδου, Σ. (Ed.). (1995). Κείμενα Εξελικτικής Ψυχολογίας: Κοινωνική Ανάπτυξη (Vol. Γ'). (Έ. Χουρτζαμάνογλου, Trans.) Αθήνα: Gutenberg.
Λεοντάρη, Α. (2000). Η θεωρία της προσκόλλησης και ο ρόλος της στη μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης. Ψυχολογία(7 (1)), 63-87.
Μανωλόπουλος, Σ. (1987). Η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του εφήβου. Στο Γ. Τσιαντής, & Σ. Μανωλόπουλος (Επιμ.), Σύγχρονα θέματα Παιδοψυχιατρικής: Ανάπτυξη (Τόμ. 1). Αθήνα: Καστανιώτη.
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1985). Εξελικτική ψυχολογία:Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση (Vols. 1,2,3,4). Αθήνα: Ιδίου.
Ποταμιάνος, Γ., & συν. (1999). Θεωρίες Προσωπικότητας και κλινική πρακτική (3η εκδ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Φωτογραφίες
1.  Pezibear     Πηγή: pixabay

2. Barnacles Budget Accommodation      Πηγή: Flickr   

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Θεωρία Προσωπικότητας του Carl Rogers

Η προσωποκεντρική συμβουλευτική